κληρωτίδα
•
- κιβώτιο στο οποίο βάζουμε τους λαχνούς κι, αφού τους ανακατέψουμε, τους χρησιμοποιούμε για μια κλήρωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κληρωτίδα < μεσαιωνική ελληνική κληρωτίς < αρχαία ελληνική κληρωτρίς < κληρόω / κληρῶ < κλῆρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kald-, *klād- < *kola-, *klā- (χτυπώ, καταστρέφω, σκοτώνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κληρωτίδα | κληρωτίδες |
| Γενική | κληρωτίδας | κληρωτίδων |
| Αιτιατική | κληρωτίδα | κληρωτίδες |
| Κλητική | κληρωτίδα | κληρωτίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →