κληρώνω
•
- μεταβατικόεπιλέγω με κλήρωση ένα πρόσωπο, πράγμα, αριθμό κ.λπ. προκειμένου να ανακηρύξω έναν νικητή, να αναθέσω μια εργασία, να διανείμω μερίδια κ.λπ. Βικιλεξικό
- μεταβατικόβάζω σε κλήρωση κάτι ώστε να το αποδώσω σε κάποιον ως βραβείο ή έπαθλο Βικιλεξικό
- τα παιδιά της Γ΄ τάξης θα κληρώσουν ένα φορητό CD για να μαζέψουν λεφτά για την εκδρομή τους
- αμετάβατο, (γ' πρόσωπο) υφίσταμαι τη διαδικασία της κλήρωσης Βικιλεξικό
- αύριο κληρώνει το Λαϊκό (λαχείο)
Ετυμολογία
κληρώνω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική κληρόω, -ῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κληρώνω | κληρώνεις | κληρώνει | κληρώνουμε | κληρώνετε | κληρώνουν / κληρώνουνε |
| Παρατατικός | κλήρωνα | κλήρωνες | κλήρωνε | κληρώναμε | κληρώνατε | κλήρωναν / κληρώναν / κληρώνανε |
| Αόριστος | κλήρωσα | κλήρωσες | κλήρωσε | κληρώσαμε | κληρώσατε | κλήρωσαν / κληρώσαν / κληρώσανε |
| Μέλλοντας | θα κληρώνω / θα κληρώσω | θα κληρώνεις / θα κληρώσεις | θα κληρώνει / θα κληρώσει | θα κληρώνουμε / θα κληρώσουμε | θα κληρώνετε / θα κληρώσετε | θα κληρώνουν / θα κληρώνουνε / θα κληρώσουν / θα κληρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κληρώσει | έχεις κληρώσει | έχει κληρώσει | έχουμε κληρώσει | έχετε κληρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κληρώσει | είχες κληρώσει | είχε κληρώσει | είχαμε κληρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κληρώσει / να κληρώνω / να κληρώσω | να έχεις κληρώσει / να κληρώνεις / να κληρώσεις | να έχει κληρώσει / να κληρώνει / να κληρώσει | να έχουμε κληρώσει / να κληρώνουμε / να κληρώσουμε | να έχετε κληρώσει / να κληρώνετε / να κληρώσετε | να κληρώνουν / να κληρώνουνε / να κληρώσουν / να κληρώσουνε |
| Προστακτική | — | κλήρωνε / κλήρωσε | — | — | κληρώνετε / κληρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →