Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλιματιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον κλιματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκλιματιστικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλιματιστικός < κλιματισμός + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλιματιστικόςκλιματιστικήκλιματιστικό
Γενικήκλιματιστικούκλιματιστικήςκλιματιστικού
Αιτιατικήκλιματιστικόκλιματιστικήκλιματιστικό
Κλητικήκλιματιστικέκλιματιστικήκλιματιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλιματιστικοίκλιματιστικέςκλιματιστικά
Γενικήκλιματιστικώνκλιματιστικώνκλιματιστικών
Αιτιατικήκλιματιστικούςκλιματιστικέςκλιματιστικά
Κλητικήκλιματιστικοίκλιματιστικέςκλιματιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →