κλιματιστικός
•
- που έχει σχέση με τον κλιματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκλιματιστικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλιματιστικός < κλιματισμός + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλιματιστικός | κλιματιστική | κλιματιστικό |
| Γενική | κλιματιστικού | κλιματιστικής | κλιματιστικού |
| Αιτιατική | κλιματιστικό | κλιματιστική | κλιματιστικό |
| Κλητική | κλιματιστικέ | κλιματιστική | κλιματιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλιματιστικοί | κλιματιστικές | κλιματιστικά |
| Γενική | κλιματιστικών | κλιματιστικών | κλιματιστικών |
| Αιτιατική | κλιματιστικούς | κλιματιστικές | κλιματιστικά |
| Κλητική | κλιματιστικοί | κλιματιστικές | κλιματιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →