κλίμα
•
- μετεωρολογίατο σύνολο των καιρικών και μετεωρολογικών φαινομένων και συνθηκών που επικρατούν και μεταβάλλονται σε μια περιοχή για ένα χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- τροπικό / ερημικό / μεσογειακό / ψυχρό / υγρό κλίμα
- (συνεκδοχικά) η περιοχή στην οποία επικρατούν συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες
- Στα θερμά κλίματα ο κίνδυνος της λειψυδρίας είναι μεγάλος.
- μεταφορικάτο σύνολο των ψυχολογικών / ηθικών συνθηκών που επικρατούν σε ένα χώρο δράσης Βικιλεξικό
- Η προσωπικότητα του διευθυντή έχει επηρεάσει θετικά το κλίμα στην εταιρεία.
- Η ταχεία φθορά του κυβερνώντος κόμματος, που μετά την επάνοδό του στην εξουσία φάνηκε να ακολουθεί μια «χαμηλή πτήση» και μια μάλλον «άνευρη πολιτική», αναμενόμενη ή όχι μέσα σε ένα κλίμα ανοικτών πια αμφισβητήσεων και εντεινόμενης «διαδοχολογίας» αλλά και των προβλημάτων της υγείας του (πρωθυπουργού) (Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος: 1828-1997, Ελλάδα, εκδ. Ι. Σιδέρης, 1997, σελ. 276)# (θρησκεία) μια μεγάλη περιφέρεια με αυτόνομη διοίκηση
- Η Κρήτη ανήκει στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ετυμολογία
κλίμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κλίμα : (νεότερες έννοιες) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική climat < λατινική clima < ελληνιστική κοινή κλίμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλίμα | κλίματα |
| Γενική | κλίματος | κλιμάτων |
| Αιτιατική | κλίμα | κλίματα |
| Κλητική | κλίμα | κλίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →