Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλινικός

/kli.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά την πρακτική εφαρμογή της ιατρικής στους ασθενείς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλινικός < ελληνιστική κλινικός < κλίνη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλινικόςκλινικήκλινικό
Γενικήκλινικούκλινικήςκλινικού
Αιτιατικήκλινικόκλινικήκλινικό
Κλητικήκλινικέκλινικήκλινικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλινικοίκλινικέςκλινικά
Γενικήκλινικώνκλινικώνκλινικών
Αιτιατικήκλινικούςκλινικέςκλινικά
Κλητικήκλινικοίκλινικέςκλινικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →