Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλοάκη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ζωολογίαη κοινή έξοδος για το πεπτικό,το ουροποιητικό και το αναπαραγωγικό σύστημα στα αμφίβια, ερπετά και πτηνά Βικιλεξικό
    • Αντιθέτως οι κόκορες διαθέτουν μια πολύ μικρή φαλλική προεξοχή και εξασφαλίζουν τη διαιώνιση του είδους τους μέσω της αμάρας (ή κλοάκης), της κοινής εξόδου του πεπτικού, του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματός τους, την οποία διαθέτουν και οι κότες: το σπέρμα περνάει στο θηλυκό όταν οι δυο παρτενέρ ενώνουν τα εν λόγω σημεία στο λεγόμενο «φιλί της κλοάκης». (*)

Ετυμολογία

κλοάκη < λατινική cloaca < cluo

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλοάκηκλοάκες
Γενικήκλοάκηςκλοακών
Αιτιατικήκλοάκηκλοάκες
Κλητικήκλοάκηκλοάκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →