κλοτσάω
•
- χτυπώ δυνατά με το πόδι Βικιλεξικό
- μεταφορικάδεν αποδέχομαι, αποδιώχνω, περιφρονώ Βικιλεξικό
- Μην κλοτσάς τέτοια ευκαιρία!
- για όπλα ή παρόμοιους μηχανισμούςκάνω απότομη κίνηση προς τα πίσω κατά την εκπυρσοκρότηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλοτσάω < κλοτσ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλοτσῶ < κλότσος < μεσαιωνική λατινική calcio < λατινική calx
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλοτσάω / κλοτσώ | κλοτσάς / κλοτσείς | κλοτσά / κλοτσάει / κλοτσεί | κλοτσάμε / κλοτσούμε | κλοτσάτε / κλοτσείτε | κλοτσάν / κλοτσάνε / κλοτσούν / κλοτσούνε |
| Παρατατικός | κλοτσούσα / κλότσαγα | κλοτσούσες / κλότσαγες | κλοτσούσε / κλότσαγε | κλοτσάγαμε / κλοτσούσαμε | κλοτσάγατε / κλοτσούσατε | κλοτσάγανε / κλοτσούσαν / κλοτσούσανε / κλότσαγαν |
| Αόριστος | κλότσησα | κλότσησες | κλότσησε | κλοτσήσαμε | — | — |
| Μέλλοντας | θα κλοτσάω / θα κλοτσήσω / θα κλοτσώ | θα κλοτσάς / θα κλοτσήσεις / θα κλοτσείς | θα κλοτσά / θα κλοτσάει / θα κλοτσήσει / θα κλοτσεί | θα κλοτσάμε / θα κλοτσήσουμε / θα κλοτσούμε | θα κλοτσάτε / θα κλοτσείτε | θα κλοτσάν / θα κλοτσάνε / θα κλοτσούν / θα κλοτσούνε |
| Υποτακτική | να κλοτσάω / να κλοτσήσω / να κλοτσώ | να κλοτσάς / να κλοτσήσεις / να κλοτσείς | να κλοτσά / να κλοτσάει / να κλοτσήσει / να κλοτσεί | να κλοτσάμε / να κλοτσήσουμε / να κλοτσούμε | να κλοτσάτε / να κλοτσείτε | να κλοτσάν / να κλοτσάνε / να κλοτσούν / να κλοτσούνε |
| Προστακτική | — | κλότσα / κλότσαγε / κλότσησε | — | — | κλοτσάτε / κλοτσείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κλοτσήθηκακλοτσιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →