Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλουβιάζω

ρήμα
•
  1. για αβγάείμαι κλούβιος, μπαγιάτικος, αλλοιωμένος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάείμαι ανόητος ή δεν σκέφτομαι λογικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλουβιάζω < κλούβιος + -άζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκλουβιάζωκλουβιάζειςκλουβιάζεικλουβιάζουμεκλουβιάζετεκλουβιάζουν / κλουβιάζουνε
Παρατατικόςκλούβιαζακλούβιαζεςκλούβιαζεκλουβιάζαμεκλουβιάζατεκλουβιάζαν / κλουβιάζανε / κλούβιαζαν
Αόριστοςκλούβιασακλούβιασεςκλούβιασεκλουβιάσαμεκλουβιάσατεκλουβιάσαν / κλουβιάσανε / κλούβιασαν
Μέλλονταςθα κλουβιάζω / θα κλουβιάσωθα κλουβιάζεις / θα κλουβιάσειςθα κλουβιάζει / θα κλουβιάσειθα κλουβιάζουμε / θα κλουβιάσουμεθα κλουβιάζετε / θα κλουβιάσετεθα κλουβιάζουν / θα κλουβιάζουνε / θα κλουβιάσουν / θα κλουβιάσουνε
Παρακείμενοςέχω κλουβιάσειέχεις κλουβιάσειέχει κλουβιάσειέχουμε κλουβιάσειέχετε κλουβιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κλουβιάσειείχες κλουβιάσειείχε κλουβιάσειείχαμε κλουβιάσει——
Υποτακτικήνα έχω κλουβιάσει / να κλουβιάζω / να κλουβιάσωνα έχεις κλουβιάσει / να κλουβιάζεις / να κλουβιάσειςνα έχει κλουβιάσει / να κλουβιάζει / να κλουβιάσεινα έχουμε κλουβιάσει / να κλουβιάζουμε / να κλουβιάσουμενα έχετε κλουβιάσει / να κλουβιάζετε / να κλουβιάσετενα κλουβιάζουν / να κλουβιάζουνε / να κλουβιάσουν / να κλουβιάσουνε
Προστακτική—κλούβιαζε / κλούβιασε——κλουβιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

κλουβιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →