κλουβιάζω
•
- για αβγάείμαι κλούβιος, μπαγιάτικος, αλλοιωμένος Βικιλεξικό
- μεταφορικάείμαι ανόητος ή δεν σκέφτομαι λογικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλουβιάζω < κλούβιος + -άζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλουβιάζω | κλουβιάζεις | κλουβιάζει | κλουβιάζουμε | κλουβιάζετε | κλουβιάζουν / κλουβιάζουνε |
| Παρατατικός | κλούβιαζα | κλούβιαζες | κλούβιαζε | κλουβιάζαμε | κλουβιάζατε | κλουβιάζαν / κλουβιάζανε / κλούβιαζαν |
| Αόριστος | κλούβιασα | κλούβιασες | κλούβιασε | κλουβιάσαμε | κλουβιάσατε | κλουβιάσαν / κλουβιάσανε / κλούβιασαν |
| Μέλλοντας | θα κλουβιάζω / θα κλουβιάσω | θα κλουβιάζεις / θα κλουβιάσεις | θα κλουβιάζει / θα κλουβιάσει | θα κλουβιάζουμε / θα κλουβιάσουμε | θα κλουβιάζετε / θα κλουβιάσετε | θα κλουβιάζουν / θα κλουβιάζουνε / θα κλουβιάσουν / θα κλουβιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κλουβιάσει | έχεις κλουβιάσει | έχει κλουβιάσει | έχουμε κλουβιάσει | έχετε κλουβιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλουβιάσει | είχες κλουβιάσει | είχε κλουβιάσει | είχαμε κλουβιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλουβιάσει / να κλουβιάζω / να κλουβιάσω | να έχεις κλουβιάσει / να κλουβιάζεις / να κλουβιάσεις | να έχει κλουβιάσει / να κλουβιάζει / να κλουβιάσει | να έχουμε κλουβιάσει / να κλουβιάζουμε / να κλουβιάσουμε | να έχετε κλουβιάσει / να κλουβιάζετε / να κλουβιάσετε | να κλουβιάζουν / να κλουβιάζουνε / να κλουβιάσουν / να κλουβιάσουνε |
| Προστακτική | — | κλούβιαζε / κλούβιασε | — | — | κλουβιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κλουβιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →