Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλούβιος

/ˈklu.vʝos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για αβγάπου έχει μπαγιατέψει, που έχει χαλάσει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχαζός, ανόητος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλούβιος < πιθανόν ελληνιστική κοινή κλουβός < αρχαία ελληνική κλωβός ή κατ' άλλη άποψη, < σλαβικής προέλευσης kûlvati

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλούβιοςκλούβιακλούβιο
Γενικήκλούβιουκλούβιαςκλούβιου
Αιτιατικήκλούβιοκλούβιακλούβιο
Κλητικήκλούβιεκλούβιακλούβιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλούβιοικλούβιεςκλούβια
Γενικήκλούβιωνκλούβιωνκλούβιων
Αιτιατικήκλούβιουςκλούβιεςκλούβια
Κλητικήκλούβιοικλούβιεςκλούβια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →