κλυδωνίζομαι
•
- κινούμαι όπως το πλοίο στην τρικυμία, ταρακουνιέμαι Βικιλεξικό
- μεταφορικάδοκιμάζομαι από αναταραχή και αστάθεια Βικιλεξικό
- Κλυδωνίζεται η πολιτική σκηνή μετά τα πρόσφατα σκάνδαλα.
Ετυμολογία
κλυδωνίζομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κλυδωνίζομαι < αρχαία ελληνική κλύδων
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλυδωνίζομαι | κλυδωνίζεσαι | κλυδωνίζεται | κλυδωνιζόμαστε | κλυδωνίζεστε | κλυδωνίζονται |
| Παρατατικός | κλυδωνιζόμουν / κλυδωνιζόμουνα | κλυδωνιζόσουν / κλυδωνιζόσουνα | κλυδωνιζόταν / κλυδωνιζότανε | κλυδωνιζόμασταν / κλυδωνιζόμαστε | κλυδωνιζόσασταν / κλυδωνιζόσαστε | κλυδωνίζονταν / κλυδωνιζόντουσαν |
| Αόριστος | κλυδωνίστηκα | κλυδωνίστηκες | κλυδωνίστηκε | κλυδωνιστήκαμε | κλυδωνιστήκατε | κλυδωνίστηκαν / κλυδωνιστήκαν / κλυδωνιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα κλυδωνίζομαι / θα κλυδωνιστώ | θα κλυδωνίζεσαι / θα κλυδωνιστείς | θα κλυδωνίζεται / θα κλυδωνιστεί | θα κλυδωνιζόμαστε / θα κλυδωνιστούμε | θα κλυδωνίζεστε / θα κλυδωνιστείτε | θα κλυδωνίζονται / θα κλυδωνιστούν / θα κλυδωνιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω κλυδωνιστεί | έχεις κλυδωνιστεί | έχει κλυδωνιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλυδωνιστεί | είχες κλυδωνιστεί | είχε κλυδωνιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλυδωνιστεί / να κλυδωνίζομαι / να κλυδωνιστώ | να έχεις κλυδωνιστεί / να κλυδωνίζεσαι / να κλυδωνιστείς | να έχει κλυδωνιστεί / να κλυδωνίζεται / να κλυδωνιστεί | να κλυδωνιζόμαστε / να κλυδωνιστούμε | να κλυδωνίζεστε / να κλυδωνιστείτε | να κλυδωνίζονται / να κλυδωνιστούν / να κλυδωνιστούνε |
| Προστακτική | — | κλυδωνίζου / κλυδωνίσου | — | — | κλυδωνίζεστε / κλυδωνιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →