κλυδωνισμός
•
- σφοδρή κίνηση ενός αντικειμένου λόγω της επενέργειας εξωτερικής δύναμης Βικιλεξικό
- σφοδρή κίνηση ενός αντικειμένου λόγω της επενέργειας εξωτερικής δύναμης Βικιλεξικό
- μεταφορικάαστάθεια σε ένα σύστημα Βικιλεξικό
- Κλυδωνισμοί στο πολιτικό σύστημα μετά τα πρόσφατα σκάνδαλα.
Ετυμολογία
κλυδωνισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κλυδωνισμός (θαλασσοταραχή) < κλυδωνίζομαι, κλυδωνισ- + -μός με κατάληξη -ισμός< αρχαία ελληνική κλύδων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλυδωνισμός | κλυδωνισμοί |
| Γενική | κλυδωνισμού | κλυδωνισμών |
| Αιτιατική | κλυδωνισμό | κλυδωνισμούς |
| Κλητική | κλυδωνισμέ | κλυδωνισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →