κλυσμός
•
- υγρό που εισάγουμε με κλυστήρα για την πραγματοποίηση κλύσματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλυσμός < ελληνιστική κοινή κλυσμός < αρχαία ελληνική κλύζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλυσμός | κλυσμοί |
| Γενική | κλυσμού | κλυσμών |
| Αιτιατική | κλυσμό | κλυσμούς |
| Κλητική | κλυσμέ | κλυσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →