κλωνοποίηση
•
- βιολογίαη διαδικασία δημιουργίας ενός ή περισσοτέρων ακριβών (κλώνων) αντιγράφων από ένα πρότυπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλωνοποίηση < κλών(ος) + -ο- + -ποίηση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cloning < μεσαιωνική ελληνική κλῶνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλωνοποίηση | κλωνοποιήσεις |
| Γενική | κλωνοποίησης | κλωνοποιήσεων |
| Αιτιατική | κλωνοποίηση | κλωνοποιήσεις |
| Κλητική | κλωνοποίηση | κλωνοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →