κνήμη
•
- ανατομίατο τμήμα του ποδιού που εκτείνεται από το γόνατο μέχρι την ποδοκνημική άρθρωση (αστράγαλο) Βικιλεξικό
- οστό του ποδιού, στο μπροστινό μέρος της γάμπας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κνήμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κνήμη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κνήμη | κνήμες |
| Γενική | κνήμης | κνημών |
| Αιτιατική | κνήμη | κνήμες |
| Κλητική | κνήμη | κνήμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →