Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κνημαίος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. άλλη γραφή του κνημιαίος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κνημαίος < (ελληνιστική κοινή) < κνήμη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκνημαίοςκνημαίακνημαίο
Γενικήκνημαίουκνημαίαςκνημαίου
Αιτιατικήκνημαίοκνημαίακνημαίο
Κλητικήκνημαίεκνημαίακνημαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκνημαίοικνημαίεςκνημαία
Γενικήκνημαίωνκνημαίωνκνημαίων
Αιτιατικήκνημαίουςκνημαίεςκνημαία
Κλητικήκνημαίοικνημαίεςκνημαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →