Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κνώδαλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άγριο ζώο που δαγκώνει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανάξιος και τιποτένιος άνθρωπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κνώδαλο < από το αρχαίο κνώδαλον. < Πιθανές ετυμολογίες: Από τα κναίω, κνῶ, τρίβω, ξύνω, που έδωσαν τη λέξη κνησμός. Ίσως είναι, πάλι, σύντμηση της λέξης κυνόδους, κυνόδοντας.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκνώδαλοκνώδαλα
Γενικήκνώδαλουκνώδαλων
Αιτιατικήκνώδαλοκνώδαλα
Κλητικήκνώδαλοκνώδαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →