κνώδαλο
•
- άγριο ζώο που δαγκώνει Βικιλεξικό
- μεταφορικάανάξιος και τιποτένιος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κνώδαλο < από το αρχαίο κνώδαλον. < Πιθανές ετυμολογίες: Από τα κναίω, κνῶ, τρίβω, ξύνω, που έδωσαν τη λέξη κνησμός. Ίσως είναι, πάλι, σύντμηση της λέξης κυνόδους, κυνόδοντας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κνώδαλο | κνώδαλα |
| Γενική | κνώδαλου | κνώδαλων |
| Αιτιατική | κνώδαλο | κνώδαλα |
| Κλητική | κνώδαλο | κνώδαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →