Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τιποτένιος

/ti.poˈte.ɲos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. υβριστικόάνθρωπος χαμηλής υποστάθμης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τιποτένιος < τίποτ(α) + -ένιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτιποτένια / τιποτένιος / τιποτένιοτιποτένιες / τιποτένιοι / τιποτένια
Γενικήτιποτένιας / τιποτένιου / τιποτένιουτιποτένιων / τιποτένιων / τιποτένιων
Αιτιατικήτιποτένια / τιποτένιο / τιποτένιοτιποτένιες / τιποτένιους / τιποτένια
Κλητικήτιποτένια / τιποτένιε / τιποτένιοτιποτένιες / τιποτένιοι / τιποτένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τιποτένιος

/ti.poˈte.ɲos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν αξίζει τίποτα Βικιλεξικό
    • να μην ασχολούμαστε με τιποτένια πράγματα
    • Ἐκεῖ στό βράχο τό ζεστό, ἕνα μικρό κίτρινο στάχυ κουνιέται λυγερά ἀπό τόν ἀέρα. Η δύναμη της φύσεως εἶναι τόσο μεγάλη, πού αίσθάνεσαι αὐτό τό τιποτένιο μικρό στάχυ, τό μοναχικό καί φυτρωμένο στό λίγο χῶμα, πού μαζεύτηκε στήν κόχη του. (Αλέκος Φασιανός, ΤΟΜΕΣ στα γράμματα και στις τέχνες, τεύχος 90, σελ. 38)

Ετυμολογία

τιποτένιος < τίποτ(α) + -ένιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτιποτένιοςτιποτένιατιποτένιο
Γενικήτιποτένιουτιποτένιαςτιποτένιου
Αιτιατικήτιποτένιοτιποτένιατιποτένιο
Κλητικήτιποτένιετιποτένιατιποτένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτιποτένιοιτιποτένιεςτιποτένια
Γενικήτιποτένιωντιποτένιωντιποτένιων
Αιτιατικήτιποτένιουςτιποτένιεςτιποτένια
Κλητικήτιποτένιοιτιποτένιεςτιποτένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →