κοίμηση
•
- εκκλησιαστικός όροςο θάνατος (ιδίως ενός αγίου) Βικιλεξικό
- Η Κοίμηση του οσίου Εφραίμ του Σύρου, που έζησε τον 4ο αιώνα. Εικόνα Κρητικού ζωγράφου των μέσων του 15ου αιώνα (1457). (ebyzantinemuseum.gr)
- Και κάθε χρόνο, η μέρα που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου δεν είναι μέρα πένθους για μια αγαπημένη γυναίκα που «έφυγε» αλλά γιορτή χαράς και αγαλλίασης για την ξαναγκάλιασμα της μητέρας με τον αγαπημένο της γιο, την άνθηση της φύσης, την πλημμύρα των συναισθημάτων, το πανηγύρι της ανθρώπινης επαφής στην επιστροφή των ανθρώπων της πόλης στη γενέθλια γη. (enet.gr)
- σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοιμάμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοίμηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κοίμη(σις) (θάνατος) (αρχαία σημασία: πλάγιασμα για ύπνο) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοίμηση | κοιμήσεις |
| Γενική | κοίμησης | κοιμήσεων |
| Αιτιατική | κοίμηση | κοιμήσεις |
| Κλητική | κοίμηση | κοιμήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →