κοιμάμαι
•
- για πρόσωπα και ζώαείμαι σε κατάσταση στην οποία δεν έχω συνειδητές αντιδράσεις στα περισσότερα εξωτερικά ερεθίσματα, σε κατάσταση ύπνου Βικιλεξικό
- τις λίγες φορές που κατάφερα να κοιμηθώ περισσότερες από 7-8 ώρες, ήμουνα άρρωστος
- συνεκδοχικάσταματώ να ζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάείμαι αδρανής, νωθρός Βικιλεξικό
- μαζί με κάποιονσυνουσιάζομαι, έρχομαι σε σαρκική επαφή Βικιλεξικό
- υποβάλλομαι σε γενική αναισθησία προκειμένου να χειρουργηθώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοιμάμαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοιμᾶμαι, κοιμοῦμαι < αρχαία ελληνική κοιμῶμαι με μεταπλασμό
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοιμάμαι / κοιμούμαι | κοιμάσαι | κοιμάται | κοιμούμαστε / κοιμόμαστε | κοιμάστε | κοιμούνται |
| Παρατατικός | κοιμόμουν / κοιμόμουνα | κοιμόσουν / κοιμόσουνα | κοιμόταν / κοιμότανε | κοιμόμασταν / κοιμόμαστε | κοιμόσασταν / κοιμόσαστε | κοιμούνταν |
| Αόριστος | κοιμήθηκα | κοιμήθηκες | κοιμήθηκε | κοιμηθήκαμε | κοιμηθήκατε | κοιμήθηκαν / κοιμηθήκαν / κοιμηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα κοιμάμαι / θα κοιμηθώ / θα κοιμούμαι | θα κοιμάσαι / θα κοιμηθείς | θα κοιμάται / θα κοιμηθεί | θα κοιμηθούμε / θα κοιμούμαστε / θα κοιμόμαστε | θα κοιμάστε / θα κοιμηθείτε | θα κοιμηθούν / θα κοιμηθούνε / θα κοιμούνται |
| Παρακείμενος | έχω κοιμηθεί | έχεις κοιμηθεί | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοιμηθεί | είχες κοιμηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοιμηθεί / να κοιμάμαι / να κοιμηθώ / να κοιμούμαι | να έχεις κοιμηθεί / να κοιμάσαι / να κοιμηθείς | να κοιμάται / να κοιμηθεί | να κοιμηθούμε / να κοιμούμαστε / να κοιμόμαστε | να κοιμάστε / να κοιμηθείτε | να κοιμηθούν / να κοιμηθούνε / να κοιμούνται |
| Προστακτική | — | κοιμήσου | — | — | κοιμείστε / κοιμηθείτε / κοιμιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →