κοιλαίνω
•
- δίνω σε κάτι κοίλο σχήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοιλαίνω < αρχαία ελληνική κοιλαίνω < κοῖλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοιλαίνω | κοιλαίνεις | κοιλαίνει | κοιλαίνουμε | κοιλαίνετε | κοιλαίνουν / κοιλαίνουνε |
| Παρατατικός | κοίλαινα | κοίλαινες | κοίλαινε | κοιλαίναμε | κοιλαίνατε | κοίλαιναν / κοιλαίναν / κοιλαίνανε |
| Αόριστος | κοίλανα | κοίλανες | κοίλανε | κοιλάναμε | κοιλάνατε | κοίλαναν / κοιλάναν / κοιλάνανε |
| Μέλλοντας | θα κοιλάνω / θα κοιλαίνω | θα κοιλάνεις / θα κοιλαίνεις | θα κοιλάνει / θα κοιλαίνει | θα κοιλάνουμε / θα κοιλαίνουμε | θα κοιλάνετε / θα κοιλαίνετε | θα κοιλάνουν / θα κοιλάνουνε / θα κοιλαίνουν / θα κοιλαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοιλάνει | έχεις κοιλάνει | έχει κοιλάνει | έχουμε κοιλάνει | έχετε κοιλάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοιλάνει | είχες κοιλάνει | είχε κοιλάνει | είχαμε κοιλάνει | είχατε κοιλάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω κοιλάνει / να κοιλάνω / να κοιλαίνω | να έχεις κοιλάνει / να κοιλάνεις / να κοιλαίνεις | να έχει κοιλάνει / να κοιλάνει / να κοιλαίνει | να έχουμε κοιλάνει / να κοιλάνουμε / να κοιλαίνουμε | να έχετε κοιλάνει / να κοιλάνετε / να κοιλαίνετε | να κοιλάνουν / να κοιλάνουνε / να κοιλαίνουν / να κοιλαίνουνε |
| Προστακτική | — | κοίλαινε / κοίλανε | — | — | κοιλάνετε / κοιλαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →