κοιλαράς
•
- μειωτικόαυτός που έχει προτεταμένη ή γενικότερα μεγάλη κοιλιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοιλαράς < κοιλ(ιά) + μεγεθυντικό επίθημα -αράς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοιλαράς | κοιλαράδες |
| Γενική | κοιλαρά | κοιλαράδων |
| Αιτιατική | κοιλαρά | κοιλαράδες |
| Κλητική | κοιλαρά | κοιλαράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →