Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χόντρος

/ˈxon.dɾos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικείοπάχος, παχυσαρκία Βικιλεξικό
  2. σπάνιοτο χοντροαλεσμένο σιτάρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χόντρος < χοντρός με υποχώρηση του τόνου

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχόντρος—
Γενική——
Αιτιατικήχόντρος—
Κλητικήχόντρος—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

χοντρός

/xonˈdɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για άνθρωποπου έχει μεγάλο βάρος σε σχέση με το ύψος του, παχύς Βικιλεξικό
  2. για αντικείμεναπου έχει μεγάλη διάμετρο Βικιλεξικό
    • ένα χοντρό κλαδί
  3. μεταφορικάσοβαρός ως προς τις συνέπειές του Βικιλεξικό
    • χοντρή παρεξήγηση
    • Έκανε και δυο τρία χοντρά λάθη που παραλίγο να του στοιχίσουνε το ηθικό του. (Διονύσης Χαριτόπουλος (1976) Δανεικιά γραβάτα [διηγήματα])
  4. άγαρμπος, χωρίς καλλιέργεια και διακριτικότητα Βικιλεξικό
    • χοντρό αστείο

Ετυμολογία

χοντρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χονδρός που προφερόταν με [nd] (που δεν αλέστηκε πλήρως, είναι ογκώδης, χοντροκομμένος, χονδροειδής) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰrendʰ- (θρυμματίζω, κόβω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχοντρόςχοντρήχοντρό
Γενικήχοντρούχοντρήςχοντρού
Αιτιατικήχοντρόχοντρήχοντρό
Κλητικήχοντρέχοντρήχοντρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχοντροίχοντρέςχοντρά
Γενικήχοντρώνχοντρώνχοντρών
Αιτιατικήχοντρούςχοντρέςχοντρά
Κλητικήχοντροίχοντρέςχοντρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →