κοιλιογραφικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την κοιλιογραφία ή αναφέρεται στην κοιλιογραφία… Βικιλεξικό
- ιατρικήπου έχει σχέση με την κοιλιογραφία ή αναφέρεται στην κοιλιογραφία… Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοιλιογραφικός < κοιλιογραφία + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ventriculographic)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοιλιογραφική / κοιλιογραφικός / κοιλιογραφικό | κοιλιογραφικές / κοιλιογραφικοί / κοιλιογραφικά |
| Γενική | κοιλιογραφικής / κοιλιογραφικού / κοιλιογραφικού | κοιλιογραφικών / κοιλιογραφικών / κοιλιογραφικών |
| Αιτιατική | κοιλιογραφική / κοιλιογραφικό / κοιλιογραφικό | κοιλιογραφικές / κοιλιογραφικούς / κοιλιογραφικά |
| Κλητική | κοιλιογραφική / κοιλιογραφικέ / κοιλιογραφικό | κοιλιογραφικές / κοιλιογραφικοί / κοιλιογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →