κοιλοπονώ
•
- οικείοέχω ωδίνες για επικείμενο τοκετό Βικιλεξικό
- μεταφορικάαγωνιώ, αδημονώ, σκάω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοιλοπονώ < κοιλιά + -ο- + πονώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοιλοπονώ | κοιλοπονείς | κοιλοπονεί | κοιλοπονούμε | κοιλοπονείτε | κοιλοπονούν / κοιλοπονούνε |
| Παρατατικός | κοιλοπονούσα | κοιλοπονούσες | κοιλοπονούσε | κοιλοπονούσαμε | κοιλοπονούσατε | κοιλοπονούσαν / κοιλοπονούσανε |
| Αόριστος | κοιλοπόνησα | κοιλοπόνησες | κοιλοπόνησε | κοιλοπονήσαμε | κοιλοπονήσατε | κοιλοπονήσαν / κοιλοπονήσανε / κοιλοπόνησαν |
| Μέλλοντας | θα κοιλοπονήσω / θα κοιλοπονώ | θα κοιλοπονήσεις / θα κοιλοπονείς | θα κοιλοπονήσει / θα κοιλοπονεί | θα κοιλοπονήσουμε / θα κοιλοπονούμε | θα κοιλοπονήσετε / θα κοιλοπονείτε | θα κοιλοπονήσουν / θα κοιλοπονήσουνε / θα κοιλοπονούν / θα κοιλοπονούνε |
| Παρακείμενος | έχω κοιλοπονήσει | έχεις κοιλοπονήσει | έχει κοιλοπονήσει | έχουμε κοιλοπονήσει | έχετε κοιλοπονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοιλοπονήσει | είχες κοιλοπονήσει | είχε κοιλοπονήσει | είχαμε κοιλοπονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοιλοπονήσει / να κοιλοπονήσω / να κοιλοπονώ | να έχεις κοιλοπονήσει / να κοιλοπονήσεις / να κοιλοπονείς | να έχει κοιλοπονήσει / να κοιλοπονήσει / να κοιλοπονεί | να έχουμε κοιλοπονήσει / να κοιλοπονήσουμε / να κοιλοπονούμε | να έχετε κοιλοπονήσει / να κοιλοπονήσετε / να κοιλοπονείτε | να κοιλοπονήσουν / να κοιλοπονήσουνε / να κοιλοπονούν / να κοιλοπονούνε |
| Προστακτική | — | κοιλοπόνει / κοιλοπόνησε | — | — | κοιλοπονήστε / κοιλοπονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →