κοιμίζω
•
- κάνω κάποιον να κοιμηθεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάηρεμώ κάποιον Βικιλεξικό
- αποπροσανατολίζω κάποιον, τον παραπλανώ για να μην αντιληφθεί ένα πρόβλημα Βικιλεξικό
- Η υποκουλτούρα διοχετεύεται από την εξουσία για να κοιμίζει το λαό. (από την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 1 Οχτώβρη 2003)
- προφορικόχορηγώ σε κάποιον αναισθητικό πριν από χειρουργική επέμβαση Βικιλεξικό
- οι συγγενείς του αρρώστου ρωτούσαν αν οι γιατροί θα κοιμίσουν τον άνθρωπό τους για να τον χειρουργήσουν
Ετυμολογία
κοιμίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κοιμίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοιμίζω | κοιμίζεις | κοιμίζει | κοιμίζουμε | κοιμίζετε | κοιμίζουν / κοιμίζουνε |
| Παρατατικός | κοίμιζα | κοίμιζες | κοίμιζε | κοιμίζαμε | κοιμίζατε | κοίμιζαν / κοιμίζαν / κοιμίζανε |
| Αόριστος | κοίμισα | κοίμισες | κοίμισε | κοιμίσαμε | κοιμίσατε | κοίμισαν / κοιμίσαν / κοιμίσανε |
| Μέλλοντας | θα κοιμίζω / θα κοιμίσω | θα κοιμίζεις / θα κοιμίσεις | θα κοιμίζει / θα κοιμίσει | θα κοιμίζουμε / θα κοιμίσουμε | θα κοιμίζετε / θα κοιμίσετε | θα κοιμίζουν / θα κοιμίζουνε / θα κοιμίσουν / θα κοιμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοιμίσει | έχεις κοιμίσει | έχει κοιμίσει | έχουμε κοιμίσει | έχετε κοιμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοιμίσει | είχες κοιμίσει | είχε κοιμίσει | είχαμε κοιμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοιμίσει / να κοιμίζω / να κοιμίσω | να έχεις κοιμίσει / να κοιμίζεις / να κοιμίσεις | να έχει κοιμίσει / να κοιμίζει / να κοιμίσει | να έχουμε κοιμίσει / να κοιμίζουμε / να κοιμίσουμε | να έχετε κοιμίσει / να κοιμίζετε / να κοιμίσετε | να κοιμίζουν / να κοιμίζουνε / να κοιμίσουν / να κοιμίσουνε |
| Προστακτική | — | κοίμιζε / κοίμισε | — | — | κοιμίζετε / κοιμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →