Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκοιμίζω

/a.po.ciˈmi.zo/ρήμα
•
  1. προκαλώ διάθεση για ύπνο, κάνω να κοιμηθεί κάποιος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκάνω κάτι λιγότερο έντονο (συναίσθημα, κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκοιμίζω < αρχαία ελληνική ἀποκοιμίζω. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + κοιμίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποκοιμίζωαποκοιμίζειςαποκοιμίζειαποκοιμίζουμεαποκοιμίζετεαποκοιμίζουν / αποκοιμίζουνε
Παρατατικόςαποκοίμιζααποκοίμιζεςαποκοίμιζεαποκοιμίζαμεαποκοιμίζατεαποκοίμιζαν / αποκοιμίζαν / αποκοιμίζανε
Αόριστοςαποκοίμισααποκοίμισεςαποκοίμισεαποκοιμίσαμεαποκοιμίσατεαποκοίμισαν / αποκοιμίσαν / αποκοιμίσανε
Μέλλονταςθα αποκοιμίζω / θα αποκοιμίσωθα αποκοιμίζεις / θα αποκοιμίσειςθα αποκοιμίζει / θα αποκοιμίσειθα αποκοιμίζουμε / θα αποκοιμίσουμεθα αποκοιμίζετε / θα αποκοιμίσετεθα αποκοιμίζουν / θα αποκοιμίζουνε / θα αποκοιμίσουν / θα αποκοιμίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποκοιμίσειέχεις αποκοιμίσειέχει αποκοιμίσειέχουμε αποκοιμίσειέχετε αποκοιμίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποκοιμίσειείχες αποκοιμίσειείχε αποκοιμίσειείχαμε αποκοιμίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποκοιμίσει / να αποκοιμίζω / να αποκοιμίσωνα έχεις αποκοιμίσει / να αποκοιμίζεις / να αποκοιμίσειςνα έχει αποκοιμίσει / να αποκοιμίζει / να αποκοιμίσεινα έχουμε αποκοιμίσει / να αποκοιμίζουμε / να αποκοιμίσουμενα έχετε αποκοιμίσει / να αποκοιμίζετε / να αποκοιμίσετενα αποκοιμίζουν / να αποκοιμίζουνε / να αποκοιμίσουν / να αποκοιμίσουνε
Προστακτική—αποκοίμιζε / αποκοίμισε——αποκοιμίζετε / αποκοιμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →