αποκοιμίζω
•
- προκαλώ διάθεση για ύπνο, κάνω να κοιμηθεί κάποιος Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω κάτι λιγότερο έντονο (συναίσθημα, κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκοιμίζω < αρχαία ελληνική ἀποκοιμίζω. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + κοιμίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκοιμίζω | αποκοιμίζεις | αποκοιμίζει | αποκοιμίζουμε | αποκοιμίζετε | αποκοιμίζουν / αποκοιμίζουνε |
| Παρατατικός | αποκοίμιζα | αποκοίμιζες | αποκοίμιζε | αποκοιμίζαμε | αποκοιμίζατε | αποκοίμιζαν / αποκοιμίζαν / αποκοιμίζανε |
| Αόριστος | αποκοίμισα | αποκοίμισες | αποκοίμισε | αποκοιμίσαμε | αποκοιμίσατε | αποκοίμισαν / αποκοιμίσαν / αποκοιμίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκοιμίζω / θα αποκοιμίσω | θα αποκοιμίζεις / θα αποκοιμίσεις | θα αποκοιμίζει / θα αποκοιμίσει | θα αποκοιμίζουμε / θα αποκοιμίσουμε | θα αποκοιμίζετε / θα αποκοιμίσετε | θα αποκοιμίζουν / θα αποκοιμίζουνε / θα αποκοιμίσουν / θα αποκοιμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκοιμίσει | έχεις αποκοιμίσει | έχει αποκοιμίσει | έχουμε αποκοιμίσει | έχετε αποκοιμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκοιμίσει | είχες αποκοιμίσει | είχε αποκοιμίσει | είχαμε αποκοιμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκοιμίσει / να αποκοιμίζω / να αποκοιμίσω | να έχεις αποκοιμίσει / να αποκοιμίζεις / να αποκοιμίσεις | να έχει αποκοιμίσει / να αποκοιμίζει / να αποκοιμίσει | να έχουμε αποκοιμίσει / να αποκοιμίζουμε / να αποκοιμίσουμε | να έχετε αποκοιμίσει / να αποκοιμίζετε / να αποκοιμίσετε | να αποκοιμίζουν / να αποκοιμίζουνε / να αποκοιμίσουν / να αποκοιμίσουνε |
| Προστακτική | — | αποκοίμιζε / αποκοίμισε | — | — | αποκοιμίζετε / αποκοιμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →