Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοινωνικοποιώ

ρήμα
•
  1. εντάσσω κάποιον στην κοινωνία ή σε ένα κοινωνικό σύνολο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοινωνικοποιώ < κοινωνικός + -ο- + -ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική socialiser)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκοινωνικοποιώκοινωνικοποιείςκοινωνικοποιείκοινωνικοποιούμεκοινωνικοποιείτεκοινωνικοποιούν / κοινωνικοποιούνε
Παρατατικόςκοινωνικοποιούσακοινωνικοποιούσεςκοινωνικοποιούσεκοινωνικοποιούσαμεκοινωνικοποιούσατεκοινωνικοποιούσαν / κοινωνικοποιούσανε
Αόριστοςκοινωνικοποίησακοινωνικοποίησεςκοινωνικοποίησεκοινωνικοποιήσαμεκοινωνικοποιήσατεκοινωνικοποίησαν / κοινωνικοποιήσαν / κοινωνικοποιήσανε
Μέλλονταςθα κοινωνικοποιήσω / θα κοινωνικοποιώθα κοινωνικοποιήσεις / θα κοινωνικοποιείςθα κοινωνικοποιήσει / θα κοινωνικοποιείθα κοινωνικοποιήσουμε / θα κοινωνικοποιούμεθα κοινωνικοποιήσετε / θα κοινωνικοποιείτεθα κοινωνικοποιήσουν / θα κοινωνικοποιήσουνε / θα κοινωνικοποιούν / θα κοινωνικοποιούνε
Παρακείμενοςέχω κοινωνικοποιήσειέχεις κοινωνικοποιήσειέχει κοινωνικοποιήσειέχουμε κοινωνικοποιήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα κοινωνικοποιήσειείχες κοινωνικοποιήσειείχε κοινωνικοποιήσειείχαμε κοινωνικοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω κοινωνικοποιήσει / να κοινωνικοποιήσω / να κοινωνικοποιώνα έχεις κοινωνικοποιήσει / να κοινωνικοποιήσεις / να κοινωνικοποιείςνα έχει κοινωνικοποιήσει / να κοινωνικοποιήσει / να κοινωνικοποιείνα έχουμε κοινωνικοποιήσει / να κοινωνικοποιήσουμε / να κοινωνικοποιούμενα κοινωνικοποιήσετε / να κοινωνικοποιείτενα κοινωνικοποιήσουν / να κοινωνικοποιήσουνε / να κοινωνικοποιούν / να κοινωνικοποιούνε
Προστακτική—κοινωνικοποίει / κοινωνικοποίησε——κοινωνικοποιήστε / κοινωνικοποιείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

κοινωνικοποιούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →