κοινωνικοποίηση
•
- κοινωνιολογίαη διαδικασία προσαρμογής και ενσωμάτωσης ενός ατόμου (ανήλικου ή ενήλικου) σε μια κοινωνία Βικιλεξικό
- πολιτικήο έλεγχος των οικονομικών αγαθών και των μέσω παραγωγής από το κοινωνικό σύνολο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοινωνικοποίηση < κοινωνικ(ός) + -ο- + -ποίηση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική socialisation ή αγγλική socialisation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινωνικοποίηση | κοινωνικοποιήσεις |
| Γενική | κοινωνικοποίησης | κοινωνικοποιήσεων |
| Αιτιατική | κοινωνικοποίηση | κοινωνικοποιήσεις |
| Κλητική | κοινωνικοποίηση | κοινωνικοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →