Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοινωνικοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κοινωνιολογίαη διαδικασία προσαρμογής και ενσωμάτωσης ενός ατόμου (ανήλικου ή ενήλικου) σε μια κοινωνία Βικιλεξικό
  2. πολιτικήο έλεγχος των οικονομικών αγαθών και των μέσω παραγωγής από το κοινωνικό σύνολο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοινωνικοποίηση < κοινωνικ(ός) + -ο- + -ποίηση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική socialisation ή αγγλική socialisation

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοινωνικοποίησηκοινωνικοποιήσεις
Γενικήκοινωνικοποίησηςκοινωνικοποιήσεων
Αιτιατικήκοινωνικοποίησηκοινωνικοποιήσεις
Κλητικήκοινωνικοποίησηκοινωνικοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →