κοινωνιστής
•
- παρωχημένοο σοσιαλιστής, ο υποστηρικτής του κοινωνισμού Βικιλεξικό
- Ο ρωλσιανός φιλελευθερισμός, που δίνει προτεραιότητα στο ορθό έναντι του αγαθού, έχει δεχθεί την κριτική των κοινωνιστών (M. Sandel κ.ά.) που υιοθετούν στην προσέγγιση της Δικαιοσύνης την προτεραιότητα του αγαθού έναντι του ορθού.
Ετυμολογία
κοινωνιστής < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική socialiste, communiste. Μορφολογικά αναλύεται σε κοινων(ισμός) + -ιστής.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινωνιστής | κοινωνιστές |
| Γενική | κοινωνιστή | κοινωνιστών |
| Αιτιατική | κοινωνιστή | κοινωνιστές |
| Κλητική | κοινωνιστή | κοινωνιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →