κοκκίο
•
- σπάνιοκόκκος πολύ μικρού μεγέθους Βικιλεξικό
- Ονομασία του φαρμακευτικού προϊόντος: ....., 243 mg, αναβράζοντα κοκκία, Φαρμακοτεχνική μορφή. Αναβράζον κοκκίο. (Γαληνός Οδηγός Φαρμάκων, galinos.gr, ανακτήθηκε στις 28/11/2021)
- βιολογίαμικροσκοπικό κυτταρικό σωμάτιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοκκίο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κοκκίον < υποκοριστικό στην αρχαία ελληνική κόκκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκκίο | κοκκία |
| Γενική | κοκκίου | κοκκίων |
| Αιτιατική | κοκκίο | κοκκία |
| Κλητική | κοκκίο | κοκκία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →