Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοκκυγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον κόκκυγα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοκκυγικός < κόκκυγας + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική coccygien)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοκκυγικόςκοκκυγικήκοκκυγικό
Γενικήκοκκυγικούκοκκυγικήςκοκκυγικού
Αιτιατικήκοκκυγικόκοκκυγικήκοκκυγικό
Κλητικήκοκκυγικέκοκκυγικήκοκκυγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοκκυγικοίκοκκυγικέςκοκκυγικά
Γενικήκοκκυγικώνκοκκυγικώνκοκκυγικών
Αιτιατικήκοκκυγικούςκοκκυγικέςκοκκυγικά
Κλητικήκοκκυγικοίκοκκυγικέςκοκκυγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →