κοκκυγικός
•
- που έχει σχέση με τον κόκκυγα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοκκυγικός < κόκκυγας + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική coccygien)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκκυγικός | κοκκυγική | κοκκυγικό |
| Γενική | κοκκυγικού | κοκκυγικής | κοκκυγικού |
| Αιτιατική | κοκκυγικό | κοκκυγική | κοκκυγικό |
| Κλητική | κοκκυγικέ | κοκκυγική | κοκκυγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκκυγικοί | κοκκυγικές | κοκκυγικά |
| Γενική | κοκκυγικών | κοκκυγικών | κοκκυγικών |
| Αιτιατική | κοκκυγικούς | κοκκυγικές | κοκκυγικά |
| Κλητική | κοκκυγικοί | κοκκυγικές | κοκκυγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →