κόκκυγας
•
- ανατομίατο τελικό τμήμα της σπονδυλικής στήλης, το οποίο αποτελείται από συνοστέωση 3–5 μικρότερων οσταρίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόκκυγας < ελληνιστική κοινή κόκκυξ (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική κόκκυξ (κούκος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόκκυγας | κόκκυγες |
| Γενική | κόκκυγα | κοκκύγων |
| Αιτιατική | κόκκυγα | κόκκυγες |
| Κλητική | κόκκυγα | κόκκυγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →