κολατσίζω
•
- λαμβάνω το κολατσιό μου Βικιλεξικό
- πιο συγκεκριμέναπαίρνω το δεκατιανό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολατσίζω < κολατσιό + -ίζω < μεσαιωνική ελληνική κολατσιό / κολατσίον < βενετική colazion / ιταλικά colazione < λατινική collatio < confero < fero
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κολατσίζω | κολατσίζεις | κολατσίζει | κολατσίζουμε | κολατσίζετε | κολατσίζουν / κολατσίζουνε |
| Παρατατικός | κολάτσιζα | κολάτσιζες | κολάτσιζε | κολατσίζαμε | κολατσίζατε | κολάτσιζαν / κολατσίζαν / κολατσίζανε |
| Αόριστος | κολάτσισα | κολάτσισες | κολάτσισε | κολατσίσαμε | κολατσίσατε | κολάτσισαν / κολατσίσαν / κολατσίσανε |
| Μέλλοντας | θα κολατσίζω / θα κολατσίσω | θα κολατσίζεις / θα κολατσίσεις | θα κολατσίζει / θα κολατσίσει | θα κολατσίζουμε / θα κολατσίσουμε | θα κολατσίζετε / θα κολατσίσετε | θα κολατσίζουν / θα κολατσίζουνε / θα κολατσίσουν / θα κολατσίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κολατσίσει | έχεις κολατσίσει | έχει κολατσίσει | έχουμε κολατσίσει | έχετε κολατσίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κολατσίσει | είχες κολατσίσει | είχε κολατσίσει | είχαμε κολατσίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κολατσίσει / να κολατσίζω / να κολατσίσω | να έχεις κολατσίσει / να κολατσίζεις / να κολατσίσεις | να έχει κολατσίσει / να κολατσίζει / να κολατσίσει | να έχουμε κολατσίσει / να κολατσίζουμε / να κολατσίσουμε | να έχετε κολατσίσει / να κολατσίζετε / να κολατσίσετε | να κολατσίζουν / να κολατσίζουνε / να κολατσίσουν / να κολατσίσουνε |
| Προστακτική | — | κολάτσιζε / κολάτσισε | — | — | κολατσίζετε / κολατσίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →