Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολατσιό

/ko.laˈt͡sço/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γαστρονομίακάτι πρόχειρο που τρώγεται μεταξύ των κυρίως γευμάτων Βικιλεξικό
    • Δημιουργεί τα πιο νόστιμα και τα πιο εμφανίσιμα κολατσιά για τα δύο της παιδιά και εμείς οι υπόλοιποι ζηλεύουμε. (athensvoice.gr https://www.athensvoice.gr/taste/372921_prepei-na-deis-ta-dimioyrgika-kolatsia-poy-ftiahnei-ayti-i-mama-gia-ta-paidia-tis)
    • Συγύριζα το σπίτι όπως όπως, συδαύλιζα τη φωτιά να γίνουν γρήγορα τα όσπρια κι ετοίμαζα το κολατσιό που μου άρεσε, την καπύρα. Έκοβα μια χοντρή φέτα από το καρβέλι, την έψηνα στη θράκα και ζεστή ζεστή την άλειβα με λάδι. Πριν πάρω το δρόμο για τη θάλασσα, την είχα κιόλας καταβροχθίσει. (Λίτσα Ψαραύτη, Το χαμόγελο της Εκάτης, εκδ. Πατάκη, 1996, σελ. 76)

Ετυμολογία

κολατσιό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κολατσιό / κολατσίον < βενετική colazion / ιταλικά colazione < λατινική collatio < confero < fero

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκολατσιόκολατσιά
Γενικήκολατσιούκολατσιών
Αιτιατικήκολατσιόκολατσιά
Κλητικήκολατσιόκολατσιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →