κολλάρω
•
- αλείφω με κόλλα (ειδική ουσία σε υγρή μορφή) και σιδερώνω κάποιο ύφασμα, ώστε να παραμείνει σκληρό και ισιωμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολλάρω < κόλλα + -άρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κολλάρω | κολλάρεις | κολλάρει | κολλάρουμε | κολλάρετε | κολλάρουν / κολλάρουνε |
| Παρατατικός | κόλλαρα | κόλλαρες | κόλλαρε | κολλάραμε | κολλάρατε | κολλάραν / κολλάρανε / κόλλαραν |
| Αόριστος | κολλάρισα | κολλάρισες | κολλάρισε | κολλαρίσαμε | κολλαρίσατε | κολλάρισαν / κολλαρίσαν / κολλαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα κολλάρω / θα κολλαρίσω | θα κολλάρεις / θα κολλαρίσεις | θα κολλάρει / θα κολλαρίσει | θα κολλάρουμε / θα κολλαρίσουμε | θα κολλάρετε / θα κολλαρίσετε | θα κολλάρουν / θα κολλάρουνε / θα κολλαρίσουν / θα κολλαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κολλαρίσει | έχεις κολλαρίσει | έχει κολλαρίσει | έχουμε κολλαρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κολλαρίσει | είχες κολλαρίσει | είχε κολλαρίσει | είχαμε κολλαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κολλαρίσει / να κολλάρω / να κολλαρίσω | να έχεις κολλαρίσει / να κολλάρεις / να κολλαρίσεις | να έχει κολλαρίσει / να κολλάρει / να κολλαρίσει | να έχουμε κολλαρίσει / να κολλάρουμε / να κολλαρίσουμε | να κολλάρετε / να κολλαρίσετε | να κολλάρουν / να κολλάρουνε / να κολλαρίσουν / να κολλαρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε κολλαρισμένο / κολλάρισε / κόλλαρε | — | — | κολλάρετε / κολλαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →