Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολοβός

/ko.loˈvos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ζώοπου του έχουν κόψει την ουρά Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου του λείπει ένα κομμάτι, κουτσουρεμένος, ανολοκλήρωτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κολοβός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κολοβός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολοβόςκολοβήκολοβό
Γενικήκολοβούκολοβήςκολοβού
Αιτιατικήκολοβόκολοβήκολοβό
Κλητικήκολοβέκολοβήκολοβό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολοβοίκολοβέςκολοβά
Γενικήκολοβώνκολοβώνκολοβών
Αιτιατικήκολοβούςκολοβέςκολοβά
Κλητικήκολοβοίκολοβέςκολοβά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →