κολοβώνω
•
- μετατρέπω κάτι σε κολοβό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολοβώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κολοβώνω < αρχαία ελληνική κολοβόω / κολοβῶ < κολοβός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κολοβώνω | κολοβώνεις | κολοβώνει | κολοβώνουμε | κολοβώνετε | κολοβώνουν / κολοβώνουνε |
| Παρατατικός | κολόβωνα | κολόβωνες | κολόβωνε | κολοβώναμε | κολοβώνατε | κολοβώναν / κολοβώνανε / κολόβωναν |
| Αόριστος | κολόβωσα | κολόβωσες | κολόβωσε | κολοβώσαμε | κολοβώσατε | κολοβώσαν / κολοβώσανε / κολόβωσαν |
| Μέλλοντας | θα κολοβώνω / θα κολοβώσω | θα κολοβώνεις / θα κολοβώσεις | θα κολοβώνει / θα κολοβώσει | θα κολοβώνουμε / θα κολοβώσουμε | θα κολοβώνετε / θα κολοβώσετε | θα κολοβώνουν / θα κολοβώνουνε / θα κολοβώσουν / θα κολοβώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κολοβώσει | έχεις κολοβώσει | έχει κολοβώσει | έχουμε κολοβώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κολοβώσει | είχες κολοβώσει | είχε κολοβώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κολοβώσει / να κολοβώνω / να κολοβώσω | να έχεις κολοβώσει / να κολοβώνεις / να κολοβώσεις | να έχει κολοβώσει / να κολοβώνει / να κολοβώσει | να έχουμε κολοβώσει / να κολοβώνουμε / να κολοβώσουμε | να κολοβώνετε / να κολοβώσετε | να κολοβώνουν / να κολοβώνουνε / να κολοβώσουν / να κολοβώσουνε |
| Προστακτική | — | κολόβωνε / κολόβωσε | — | — | κολοβώνετε / κολοβώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κολοβώθηκακολοβώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →