κολοκύθι
•
- λαχανικόο καρπός της κολοκυθιάς, στενόμακρος, πρασινωπός απ’ έξω, άσπρος από μέσα, με σπόρια Βικιλεξικό
- Λαμβάνομεν μερικά φρέσκα κολοκύθια, τά ξύνομεν ἀπ'έξω καί τά σκάπτομεν καθώς τας μελιτζάνας. Τά ἁλατίζομεν ἐσωτερικῶς, τά μαραίνομεν εἰς τό τηγάνι μὲ ὀλίγον βούτυρον καὶ τὰ παραγεμίζομεν μὲ κιγμὰ καὶ μὲ τὴν ψύχαν των καθὼς καὶ τὰς μελιτζάνας. (Ι. Α. Βρετός, Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν του 1901, 1900, σελ. 362 https://www.google.gr/books/edition/H%C4%93merologion_enkyklopaidikon_tou_1901/VLUpAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&pg=PA364&printsec=frontcover)
- μεταφορικάαντικείμενο ευτελές ή με άγνωστο όνομα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολοκύθι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κολοκύθι < κολοκύνθιν < αρχαία ελληνική κολοκύνθιον, υποκοριστικό του κολοκύνθη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κολοκύθι | κολοκύθια |
| Γενική | κολοκυθιού | κολοκυθιών |
| Αιτιατική | κολοκύθι | κολοκύθια |
| Κλητική | κολοκύθι | κολοκύθια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →