κολονάτος
•
- που έχει κολόνα και στηρίζεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολονάτος < κολόνα + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κολονάτος | κολονάτή / κολονάτη | κολονάτο |
| Γενική | κολονάτου | κολονάτης | κολονάτου |
| Αιτιατική | κολονάτο | κολονάτη | κολονάτο |
| Κλητική | κολονάτε | κολονάτη | κολονάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κολονάτοι | κολονάτες | κολονάτα |
| Γενική | κολονάτων | κολονάτων | κολονάτων |
| Αιτιατική | κολονάτους | κολονάτες | κολονάτα |
| Κλητική | κολονάτοι | κολονάτες | κολονάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →