Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολονάτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κολόνα και στηρίζεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κολονάτος < κολόνα + -άτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολονάτοςκολονάτή / κολονάτηκολονάτο
Γενικήκολονάτουκολονάτηςκολονάτου
Αιτιατικήκολονάτοκολονάτηκολονάτο
Κλητικήκολονάτεκολονάτηκολονάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολονάτοικολονάτεςκολονάτα
Γενικήκολονάτωνκολονάτωνκολονάτων
Αιτιατικήκολονάτουςκολονάτεςκολονάτα
Κλητικήκολονάτοικολονάτεςκολονάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →