κολόνα
•
- ο κίονας Βικιλεξικό
- ο στύλος Βικιλεξικό
- οι κολόνες της ΔΕΗ
- αρχιτεκτονικήο στύλος από οπλισμένο σκυρόδεμα, κατακόρυφο δομικό στοιχείο του φέροντος οργανισμού ενός κτηρίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολόνα < μεσαιωνική ελληνική κολόνα / κολώνα< ιταλική colonna < λατινική columna < columen < culmen < πρωτοϊταλική *kolamen < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelH- (ανέρχομαι, ψηλώνω, λόφος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κολόνα | κολόνες |
| Γενική | κολόνας | κολονών |
| Αιτιατική | κολόνα | κολόνες |
| Κλητική | κολόνα | κολόνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →