κομάντο
•
- στρατιωτικός όροςστρατιώτης που ανήκει σε ομάδα ειδικών και επικίνδυνων αποστολών που απαιτούν εντατική εκπαίδευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομάντο < αγγλική commando < ολλανδική kommando (πολιτοφυλακή)
Άλλοι τύποι
κομάντα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →