κομιστής
•
- αυτός που φέρνει, κομίζει κάτι Βικιλεξικό
- κομιστής επιστολής, σημειώματος
- κομιστής χαρμόσυνων ειδήσεων
- νομικός όροςκάτοχος χρεογράφου που μπορεί να απαιτήσει από τον εκδότη την πληρωμή του αναγραφόμενου ποσού στον αποδέκτη, με την επίδειξή του Βικιλεξικό
- κομιστής μιας συναλλαγματικής
- Ο κομιστής ενός χρεογράφου μπορεί να είναι τρίτο πρόσωπο, να μην είναι ο αποδέκτης.
Ετυμολογία
κομιστής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κομιστής < κομίζω κομισ- + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομιστής | κομιστές |
| Γενική | κομιστή | κομιστών |
| Αιτιατική | κομιστή | κομιστές |
| Κλητική | κομιστή | κομιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →