κομίζω
•
- λόγιομεταφέρω, όπως στην έκφραση: κομίζω γλαύκα εις Αθήνας Βικιλεξικό
- λόγιοπροσφέρω Βικιλεξικό
- Ποια καινούργια ιδέα κομίζει η διδακτορική του εργασία;
Ετυμολογία
κομίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κομίζω < κομέω & → δείτε τις λέξεις κάμνω και κάνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κομίζω | κομίζεις | κομίζει | κομίζουμε | κομίζετε | κομίζουν / κομίζουνε |
| Παρατατικός | κόμιζα | κόμιζες | κόμιζε | κομίζαμε | κομίζατε | κομίζαν / κομίζανε / κόμιζαν |
| Αόριστος | κόμισα | κόμισες | κόμισε | κομίσαμε | κομίσατε | κομίσαν / κομίσανε / κόμισαν |
| Μέλλοντας | θα κομίζω / θα κομίσω | θα κομίζεις / θα κομίσεις | θα κομίζει / θα κομίσει | θα κομίζουμε / θα κομίσουμε | θα κομίζετε / θα κομίσετε | θα κομίζουν / θα κομίζουνε / θα κομίσουν / θα κομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κομίσει | έχεις κομίσει | έχει κομίσει | έχουμε κομίσει | έχετε κομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κομίσει | είχες κομίσει | είχε κομίσει | είχαμε κομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κομίσει / να κομίζω / να κομίσω | να έχεις κομίσει / να κομίζεις / να κομίσεις | να έχει κομίσει / να κομίζει / να κομίσει | να έχουμε κομίσει / να κομίζουμε / να κομίσουμε | να έχετε κομίσει / να κομίζετε / να κομίσετε | να κομίζουν / να κομίζουνε / να κομίσουν / να κομίσουνε |
| Προστακτική | — | κόμιζε / κόμισε | — | — | κομίζετε / κομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →