κομπλέ
•
- πλήρης Βικιλεξικό
- η ομάδα είναι κομπλέ
- Ὅταν ἡ κότα τηγανίστηκε, βλέπουμε ἔκπληκτοι νά ἑτοιμάζει σ' ἕναν σουφρά καί νά τοποθετῇ σ' αὐτόν 6 σερβίτσια κομπλέ. (Εποπτεία, τεύχος 163, 1991, σελ. 14)
- τώρα δε θες άλλο πιο τίποτα είσαι κομπλέ επιτέλους κομπλέ πιο κομπλέ απ' όσο ήσουν ποτέ στη ζωή σου (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- που έχει όλα τα επιμέρους κομμάτια Βικιλεξικό
- ένα τρίτο ήταν σαν μεσαιωνικό κάστρο, κομπλέ, με τις επάλξεις, την τάφρο και τους πυργίσκους του (Παύλος Μεθενίτης, Αμανίτα μουσκάρια, μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2007)
- ένα σύνολο ενδυμασίας αποτελούμενο από ένα κοστούμι και ένα παντελόνι Βικιλεξικό
- Ὁ τόπος δέν σηκώνει ξωτικές στολές, μπιχλιμπίδια καί τά παρόμοια. Ἕνα κομπλέ, σάν ὅλο τόν κόσμο, μά καλοραμμένο, φορεμένο μέ ἀέρα. Τοῦτο δῶ ἐτοιματζίδικο εἶναι τῆς κακῆς ὥρας. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 49)
Ετυμολογία
κομπλέ < (λόγιο δάνειο) γαλλική complet
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →