Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομπλιμεντόζος

/kom.pli.menˈto.zos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που είναι κομπλιμεντόζος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κομπλιμεντόζος < (άμεσο δάνειο) ιταλική complimentoso + -ς < compliment(o) + -oso (-όζος) < ισπανική cumplimiento < λατινική complementum < compleo < con- + pleo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleh₁- (γεμίζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκομπλιμεντόζοςκομπλιμεντόζοι
Γενικήκομπλιμεντόζουκομπλιμεντόζων
Αιτιατικήκομπλιμεντόζοκομπλιμεντόζους
Κλητικήκομπλιμεντόζεκομπλιμεντόζοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κομπλιμεντόζος

/kom.pli.menˈto.zos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κάνει κομπλιμέντα, κομπλιμεντόζικος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κομπλιμεντόζος < (άμεσο δάνειο) ιταλική complimentoso + -ς < compliment(o) + -oso (-όζος) < ισπανική cumplimiento < λατινική complementum < compleo < con- + pleo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleh₁- (γεμίζω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκομπλιμεντόζοςκομπλιμεντόζακομπλιμεντόζικο
Γενικήκομπλιμεντόζουκομπλιμεντόζαςκομπλιμεντόζικου
Αιτιατικήκομπλιμεντόζοκομπλιμεντόζακομπλιμεντόζικο
Κλητικήκομπλιμεντόζεκομπλιμεντόζακομπλιμεντόζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκομπλιμεντόζοικομπλιμεντόζεςκομπλιμεντόζικα
Γενικήκομπλιμεντόζων—κομπλιμεντόζικων
Αιτιατικήκομπλιμεντόζουςκομπλιμεντόζεςκομπλιμεντόζικα
Κλητικήκομπλιμεντόζοικομπλιμεντόζεςκομπλιμεντόζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →