κομποστοποίηση
•
- νεολογισμόςη διαδικασία παραγωγής κομπόστ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομποστοποίηση (νεολογισμός) < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική composting, μετοχή ενεστώτα του ρήματος compost. Μορφολογικά αναλύεται σε κομπόστ + -ο- + -ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομποστοποίηση | κομποστοποιήσεις |
| Γενική | κομποστοποίησης | κομποστοποιήσεων |
| Αιτιατική | κομποστοποίηση | κομποστοποιήσεις |
| Κλητική | κομποστοποίηση | κομποστοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →