κομπόστα
•
- γαστρονομίαγλύκισμα, που τρώγεται ως επιδόρπιο, παρασκευασμένο από βρασμένα φρούτα που τοποθετούνται σ’ ένα αραιό σιρόπι / διάλυμα ζάχαρης Βικιλεξικό
- Ἀλήθεια, ἠξεύρω πῶς τρελλαίνεσθε διά τήν κομπόστα· σήμερα κατεσκεύασα ἀρκετὴν καὶ σᾶς ἐφύλαξα ἕνα βάζο. - Πόσον εἶσθε ἐρασμία! δότε μού το κι αὐτό . – Ὄχι, ἡ ὑπηρέτρια σᾶς τὸ φέρνει εἰς τὸ ἁμάξι. (Θ. Γραμματικόπουλος, Αστήρ του Πόντου, περιοδικόν σύγγραμμα, τόμος 1, Τραπεζούντα, Τυπογραφείο Δ. Ξιφιλίνου και Γ.Σοφιανό, 1885, σελ. 109)
Ετυμολογία
κομπόστα < μεσαιωνική ελληνική κομπόστα < ιταλική composta < composto < comporre < λατινική componere, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος compono < con- + pono < πρωτοϊταλική *poznō < po- + sinō < *tḱi-né-ti < *tḱey- < *teḱ (γεννώ, γίνομαι γονιός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομπόστα | κομπόστες |
| Γενική | κομπόστας | κομποστών |
| Αιτιατική | κομπόστα | κομπόστες |
| Κλητική | κομπόστα | κομπόστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →