κομφορμιστικός
•
- που έχει σχέση με τον κομφορμισμό ή τον κομφορμιστή ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομφορμιστικός < κομφορμισμός / κομφορμιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κομφορμιστικός | κομφορμιστική | κομφορμιστικό |
| Γενική | κομφορμιστικού | κομφορμιστικής | κομφορμιστικού |
| Αιτιατική | κομφορμιστικό | κομφορμιστική | κομφορμιστικό |
| Κλητική | κομφορμιστικέ | κομφορμιστική | κομφορμιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κομφορμιστικοί | κομφορμιστικές | κομφορμιστικά |
| Γενική | κομφορμιστικών | κομφορμιστικών | κομφορμιστικών |
| Αιτιατική | κομφορμιστικούς | κομφορμιστικές | κομφορμιστικά |
| Κλητική | κομφορμιστικοί | κομφορμιστικές | κομφορμιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →