Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομφορμιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον κομφορμισμό ή τον κομφορμιστή ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κομφορμιστικός < κομφορμισμός / κομφορμιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκομφορμιστικόςκομφορμιστικήκομφορμιστικό
Γενικήκομφορμιστικούκομφορμιστικήςκομφορμιστικού
Αιτιατικήκομφορμιστικόκομφορμιστικήκομφορμιστικό
Κλητικήκομφορμιστικέκομφορμιστικήκομφορμιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκομφορμιστικοίκομφορμιστικέςκομφορμιστικά
Γενικήκομφορμιστικώνκομφορμιστικώνκομφορμιστικών
Αιτιατικήκομφορμιστικούςκομφορμιστικέςκομφορμιστικά
Κλητικήκομφορμιστικοίκομφορμιστικέςκομφορμιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →