κομψευόμενος
•
- μειωτικόπου κομψεύεται, που δίνει ιδιαίτερο βάρος στο ντύσιμό του και στο να φαίνεται κομψός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομψευόμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κομψεύομαι
Άλλοι τύποι
κομψευόμενακομψευόμενεκομψευόμενεςκομψευόμενηκομψευόμενηςκομψευόμενοκομψευόμενοικομψευόμενοςκομψευόμενουκομψευόμενουςκομψευόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →