κομψοτέχνημα
•
- χαρακτηρισμός αντικειμένου εξαιρετικής τέχνης, συχνά μικρών διαστάσεων Βικιλεξικό
- Ιδιόμορφος ροκάς, χαβαλεδιάρης κι ευαίσθητος καλλιτέχνης, έχει γράψει και μοιραστεί με τους φίλους του αρκετά μουσικοποιητικά κομψοτεχνήματα. (Λάκης Παπαδόπουλος σε τραγούδια για φίλους, athinorama.gr, 5/6/2012 https://www.athinorama.gr/music/119719/lakis_papadopoulos_se_tragoudia_gia_filous_/)
Ετυμολογία
κομψοτέχνημα < κομψ(ός) + -ο- + τέχνημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κομψοτέχνημα | κομψοτεχνήματα |
| Γενική | κομψοτεχνήματος | κομψοτεχνημάτων |
| Αιτιατική | κομψοτέχνημα | κομψοτεχνήματα |
| Κλητική | κομψοτέχνημα | κομψοτεχνήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →